εκτοκύκλιο(ν)

εκτοκύκλιο(ν)
το мор. секстант

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εκτοκύκλιο(ν)" в других словарях:

  • εκτοκύκλιο — το 1. το έκτο μέρος τού κύκλου, το ένα έκτο του 2. ειδικό γωνιομετρικό όργανο, ο εξάς, ο εξάντας …   Dictionary of Greek

  • εξάντας — Όργανο για τη μέτρηση της γωνίας μεταξύ δύο στόχων. Χρησιμοποιείται, ιδιαίτερα στη ναυσιπλοΐα, για τον προσδιορισμό του ύψους των αστέρων από τον ορίζοντα. Ο ε. περιλαμβάνει έναν κυκλικό τομέα με βαθμονομημένο χείλος, ο οποίος έχει άνοιγμα 60,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»